Ξυπνάω το πρωί κάθε μερα και βλέπω τις φάτσες τους κολλημένες στα μαξιλάρια μου, χέρια και πόδια μπερδεμένα σε ένα σύνολο άκρων και παλεύω να βρω χώρο να στρίψω, σιγά μην τα πατήσω. Κοιτάω και βλέπω αγνή ευλογία, και αναρωτιέμαι γιατί. Γιατί είμαι τόσο τυχερή, γιατί να μην είναι όλοι, παιδική σκέψη, αλλά πες μου, γιατί. Γιατί τα παιδάκια διαχωρίζονται σε αυτόν τον κόσμο ανάλογα με τις συνθήκες στις οποίες τυχαία βρέθηκαν. Ποιος άγραφος νόμος την ζωή τους πειράζει, ποια θλίψη από αυτά ένα χρέος ζητά, κι όλο σε βάσανα τα πετά. Γιατί ένα αθώο παιδί δεν θα πρεπε να ζει μέσα σε τίποτα άλλο εκτός από αγάπη. Και νοιώθω απελπισία. Με σφίγγει η αδικία και με νικά.

Πάω σε αυτά συχνά, όσο μπορώ, να δώ, να καταλάβω, να νοιώσω την θλίψη τους, να την μοιραστώ μπας και διχοτομηθεί και νοιώσουν καλύτερα. Να τα ακούσω, κι ας μην καταλαβαίνω τι λένε, να δω τον μικρό τους λαιμό που είναι πάντα κόκκινος, τα βρώμικα τα χεράκια τους συνέχεια απλωμένα. Φοβισμένα, σε μια χώρα φιλόξενη αλλά ξένη, πεταμένα σε κάτι “εγκαταστάσεις” λες και φταίνε αυτά ή οι γονείς τους για τον πόλεμο, ή την φτώχεια. Μήπως δεν ψάχνουν και αυτοί να βρουν σε ξένα μέρη την χαμένη τους ευλογία;

Πόσο ίδιοι είμαστε… Τα δικά μου παιδιά εκεί, την νύχτα, την μέρα, ΟΧΙ, και προσπαθώ να σταματάω να σκέφτομαι γιατί δεν αντέχεται. Φαντάσου. Αλλά ποιον κοροϊδεύω; Θέλω εγώ να νοιώσω καλύτερα γιατί με βαραίνει η ενοχή της ευλογίας. – Υπάρχει ανιδιοτέλεια; Μήπως σκόπιμα αναζητώ να ηρεμήσω την δίκη μου ψυχή; – Μα πως να ευχαριστηθώ στο έπακρον την ευλογία μου αν με ταράζει η σκέψη τους; Που δεν φεύγει. Για αυτό πάω. Για μένα. Γιατί ανιδιοτέλεια δεν υπάρχει. Πέθανε όταν γεννήθηκαν οι ενοχές.

Share: